Λειτουργικό Συναξάριο Αγίου Νεκταρίου Πενταπόλεως

Άγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως

Εισαγωγή

Ούτε οι χρόνοι, ούτε οι καιροί έχουσι σημασίαν τινά ενώπιον της αθανάτου αρετής. «Αρετή δε καν θάνη τις ουκ απόλυται, ζη δ’ ούκ όντος σώματος», είπε τις των αρχαίων ποιητών. Ζη δε διότι, ως λέγει ο απόστολος των Εθνών Παύλος, ο αγωνοθέτης αυτής, ο Χριστός, αεί ο αυτός έστιν: «Ιησούς Χριστός χθες και σήμερον, ο αυτός και εις τούς αιώνας».

Μάρτυς δ’ αψευδής των λεγομένων είναι και ο αοίδιμος εργάτης τής αρετής Μητροπολίτης Πενταπόλεως Νεκτάριος, όστις, ως άλλος φαεινός αστήρ ανέτειλε κατά τας ζοφεράς ταύτας ημέρας, καθ’ ας το βαθύ σκότος του υλισμού προσπαθεί ίνα κατακλύση τον κόσμον.

Είναι δ’ όντως μέγας ο άγιος Μητροπολίτης Πενταπόλεως Νεκτάριος, του οποίου το ιερόν λείψανον μένει και μετά θάνατον αδιάφθορον, αποδίδον άρρητον ευωδίαν, και εκχέον θείον μύρον, και φέρον πάντα τα σημεία της αγιότητος, ουχί μόνον διά τα θαύματα, άτινα έτι και μετά θάνατον τελεί, αλλά και διά τας θείας αυτού αρετάς και διά τον θαυμαστόν αυτού βίον, όστις ουδέν έτερον ήτο ειμή συνεχής και αδιάκοπος εργασία της αρετής.

Τα παιδικά χρόνια του Αγίου Νεκταρίου

Ούτος ο μακάριος εγεννήθη εν Σηλυβρία της Θράκης, εκ γονέων ευσεβών Δήμου και Μαρίας Κεφαλά, τη α’ Οκτωβρίου του έτους 1846 ονομασθείς εκ του θείου βαπτίσματος Αναστάσιος.

Εξ απαλών δ’ ονύχων εφαίνετο οποίος έμελλεν ίνα αποβή ύστερον, συνετός, πράος, εγκρατής, ευπειθής προς τους γονείς, οίτινες και περ απλοί και απαίδευτοι ήσαν λίαν ευσεβείς και ανέτρεφον τούτον εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου.

Αυτός δ’ απεστρέφετο εκ φύσεως τα παιδικά παίγνια και ηυχαριστείτο εις το προσεύχεσθαι και αποστιθίζειν ψαλμούς και ιερά αποφθέγματα και εκ παιδικής ηλικίας εις πόθος διακαής κατείχεν αυτού την καρδίαν, όπως δηλαδή σπουδάση και καταστή πότε του ευαγγελίου κήρυξ.

Ο Άγιος Νεκτάριος στην Κωνσταντινούπολη

Όθεν άγων το 14ον έτος της ηλικίας του, ανεχώρησεν εκ της γενετείρας εις την Κωνσταντινούπολιν, ένθα προσελήφθη παρά τινός συγγενούς ως υπάλληλος εν τω αυτού καταστήματι.

Εν τω μέσω δε κοσμικού θορύβου ευρισκόμενος, δεν ημέλει της προσευχής και της κατά τας εορτάς φοιτήσεως εις την εκκλησίαν και της κατ’ ιδίαν μελέτης ιερών και διδακτικών βιβλίων.

Όσα δε ρητά και αποφθέγματα ενόμιζεν ωφέλιμα προς τον πλησίον κατέγραφεν επί των σακκιδίων, και των περιτυλιγμάτων, όπως οι εκ του καταστήματος αγοράζοντες τι διδάσκωνται αναγινώσκοντες ταύτα, ως αναφέρει ο ίδιος εν τω προλόγω του εκδοθέντος παρ’ αυτού βιβλίου: “Λογίων θησαύρισμα”.

Μετ’ ου πολύ, ο διακαής αυτού πόθος προς την σπουδήν ήρξατο πληρούμενος. Εγκαταλείψας το κατάστημα, προσελήφθη ως παιδονόμος εις το εν τω Μετοχίω του Παναγίου Τάφου Σχολείον, ένθα μετά πολλού ζήλου εξετέλεσε την ανατεθείσαν αυτώ υπηρεσίαν, διδάσκων εις τας κατωτέρας τάξεις και διδασκόμενος τα των ανωτέρων μαθήματα.

Ο Άγιος Νεκτάριος στη Χίο

Άγων δε το 22ον έτος της αυτού ηλικίας, ανεχώρησεν εκ της Κωνσταντινουπόλεως και μετέβη εις την Χίον, ένθα διωρισθή διδάσκαλος εις το χωρίον Λυθί, ένθα διέμεινεν έτη επτά, διδάσκων, ουχί μόνον τους μαθητάς, αλλά και πάντας τους χωρικούς, προτρέπων επί την ευσέβειαν και την αρετήν, ζων παράδειγμα της κατά Θεόν πολιτείας.

Ζηλωτής ων ένθερμος του μονήρους βίου, επεσκέπτετο συχνάκις την Ιεράν Μονήν των Αγίων Πατέρων και συνδιαλέγετο περί ασκητικού βίου μετά του οσιωτάτου κτίτορος ταύτης Παχωμίου.

Ποθών δε το αγγελικόν των μοναχών σχήμα, κατετάχθη ως αδερφός εν τη Ιερά Μονή, εν η και εκάρη μοναχός μετονομασθείς Λάζαρος, και εν η διορισθείς και γραμματεύς, έμεινεν επί τριετίαν.

Προσκληθείς δε υπό του Μητροπολίτου Χίου αειμνήστου Γρηγορίου, χειροτονείται Ιεροδιάκονος μετονομασθείς Νεκτάριος τη 15η Ιανουαρίου, τη αυτή ημέρα καθ’ ην εβαπτίσθη. Διαμένων δε παρά τω Μητροπολίτη, αδιαλείπτως εμελέτα τα ιερά των αγίων πατέρων συγγράμματα και τας αγίας Γραφάς, η δε καρδία αυτού κατεφλέγετο υπό του πόθου, όπως σπουδάση την θεολογίαν και, κατά το δυνατόν, φανή και αυτός χρήσιμος εις το χριστιανικόν πλήρωμα· εφ’ όσον δε εμελέτα, επί τοσούτον και ο πόθος της σπουδής ηύξανεν.

Ο Άγιος Νεκτάριος στην Αλεξάνδρεια

Κατά θείαν δε πρόνοιαν, ευμοιρήσας πόρων και περατώσας τω 1885 τας πανεπιστημιακάς αυτού σπουδάς και λαβών το πτυχίον της θεολογίας, επανήλθεν εις Αλεξάνδρειαν, ένθα χειροτονείται υπό του Σωφρονίου πρεσβύτερος και πνευματικός, και μετ’ ου πολύ Μητροπολίτης Πενταπόλεως και επίτροπος αυτού εν Καΐρω.

Και ετέθη πλέον ο λύχνος επί την λυχνίαν. Πάντες μετά θαυμασμού ητένιζον προς αυτόν και μετά πολλού σεβασμού ωμίλουν περί αυτού λέγοντες: “ιδού ο άξιος του Υψίστου λειτουργός· ιδού ο κατάλληλος διά τον Πατριαρχικόν θρόνον Αλεξανδρείας”.

Ούτος όμως, ίνα μη δοθή και η ελάχιστη υπόνοια προς τον ευεργέτην του Σωφρόνιον, ότι όντως επιθυμεί τούτο, και αφετέρου προσβληθείσης της υγείας του, απεχαιρέτισε τον Πατριάρχην και ήλθεν εις τας Αθήνας τω 1889, επί τω σκοπώ όπως πορευθή εις Άγιον όρος και μονάση εκεί.

Ο Άγιος Νεκτάριος στη Φθιώτιδα και κατόπιν στη Ριζάρειο Σχολή

Άλλ’ η θεία Πρόνοια άλλως ωκονόμησε τα πράγματα, και ο Νεκτάριος διωρίσθη ιεροκήρυξ Καρυστίας.

Εκείθεν δε μετετέθη εις την επαρχίαν Φθιώτιδος, ένθα εκήρυξε τον θείον λόγον μέχρι του 1894, οπότε προσκληθείς υπό του υπουργείου των Εκκλησιαστικών, ανέλαβε την διεύθυνσιν της Ριζαρείου Σχολής. Εδίδασκε δε εις τας ανωτέρας τάξεις ποιμαντικήν και άλλα μαθήματα.

Και είναι αληθές ότι προ του διορισμού του Πενταπόλεως ως διευθυντού, η Ριζάρειος Σχολή ευρίσκετο πάντοτε εν ταραχή· μόλις όμως ανέλαβε την διεύθυνσιν ούτος, ειρήνευσεν αυτή και έλαβε την κανονική της κατεύθυνσιν. Διότι, ως φιλόστοργος πατήρ εφέρετο προς τε τους μαθητάς και λοιπόν της Σχολής προσωπικόν, ώστε πάντες ηγάπων αυτόν και μεγάλως εσέβοντο, υπείκοντες ταις συμβουλευτικαίς του νουθεσίαις.

Ο Άγιος Νεκτάριος ιδρυτής της Ιεράς Μονής Αγίας Τριάδος στην Αίγινα

Πάμπολλοι προς αυτόν προσήρχοντο όπως ακούωσι τας συμβουλάς του και εξομολογηθώσιν· επειδή δε γυναίκες ευσεβείς πολλάκις εξέφρασαν προς αυτόν την επιθυμίαν, όπως ασπασθώσι το αγγελικόν των μοναχών σχήμα, ούτος επί πολύ παρεκάλει τον Κύριον, όπως ευδοκήση και κτίση Μονήν πλησίον των Αθηνών.

Και ο Θεός όστις, ως λέγει η αγία Γραφή, “το θέλημα των φοβουμένων αυτόν ποιεί”, εισήκουσε της αυτού δεήσεως και ηυδόκησεν όπως γίνη κτείτωρ της εν Αιγίνη Ιεράς Γυναικείας Μονής της Αγίας Τριάδος, ήτις συνετελέσθη μετά δωδεκαετίαν με ατρύτους κόπους και αγώνας του αγίου Ιδρυτού.

Όστις όλως άγρυπνος δια την εφαρμογήν των ιερών διατυπώσεων εν τε τη κεκανονισμένη δοξολογία, ψαλμωδία και τη απαραμίλλω ευταξία, σεμνότι, αγγελική πολιτεία και τη εν Χριστώ διαγωγή, απέτρεπε παν το απάδον και μη αρμόζον τω μοναχικώ βίω και ιδία την ελευθέραν είσοδον των ανδρών εν τη Μονή, εφαρμόσας πλήρες κοινοβιακόν πολίτευμα.

Το συγγραφικό έργο του Αγίου Νεκταρίου

Παρ’ όλας δε τας φροντίδας της Μονής δεν εγκατέλειψε και το συγγραφείν βιβλία ωφέλιμα δια τους εν τη κοινωνία χριστιανούς· έγραψε δε ουκ ολίγα και εξέδωκε τα πλείστα εξ αυτών, οίον
α’ Λόγοι εκκλησιαστικοί
β’ Λόγοι διάφοροι
γ’ περί των Ζ’ Οικουμενικών Συνόδων
δ’ περί Μυστηρίων
ε’ περί Αποκαλύψεως του Θεού,
ς’ περί Ανθρώπου
ζ’ περί Επιμελείας Ψυχής
η’ περί Αληθούς και Ψευδούς Μορφώσεως
θ’ Λογίων Θησαύρισμα
ι’ Χριστιανική Ηθική
ια’ Ποιμαντική
ιβ’ Ιερά Κατήχησις
ιγ’ Χριστολογία
ιδ’ περί Αθανασίας ψυχής
ιε’ Ευαγγελική Ιστορία
ις’ Μελέτη περί Μετανοίας
ιζ’ περί Εξομολογήσεως
ιη’ περί του Μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας
ιθ’ περί των Αγίων του Θεού
κ’ Προσευχητάριον
κα’ Γνώθι Σαυτόν
κβ’ Θεοτοκάριον
κγ’ Πανδέκτην των Θεοπνεύστων Γραφών
κδ’ Ψαλτήριον Εντεταμένον
κε’ Τριαδικόν Έμμετρον
κς’ Κεκραγάριον Ιερού Αυγουστίνου
κζ’ Μελέτη περί των αιτιών του Σχίσματος
κη’ περί της Μιάς Αγίας και Αποστολικής Εκκλησίας
κθ’ περί Ιεράς Παραδόσεως
λ’ περί Θείων Μυστηρίων
λα’ Μελέτη Ιστορική περί του Τιμίου Σταυρού
λβ’ περί της Αειπαρθένου Θεοτόκου
λγ’ περί Μνημοσύνων

Ταύτα εξέδωκεν εις τύπον εν Καΐρω, εν Αλεξανδρεία και εν Αθήναις. Τα δε ανέκδοτά είσι τον αριθμόν δώδεκα· πάντα όμως ταύτα δεικνύουσι την εμβριθή αυτού μόρφωσιν και την αληθή αγάπη προς τον Θεόν και προς τον πλησίον.

Τα τελευταία χρόνια του Αγίου Νεκταρίου

Μετά την αποκατάστασιν αυτού εν τη Μονή, έζη όλως πνευματικόν βίον, ευρισκόμενος πάντοτε εις την θείαν θεωρίαν, ως ο μέγας Αρσένιος και οι λοιποί λεγόμενοι νηπτικοί πατέρες.

Σεβάσμιος, πράος, μειλίχιος, ταπεινός και εις το έπακρον συμπαθής και τα μάλα ελεήμων· πολλά δε άτινα διηγούνται αι αδελφαί της Μονής περί αυτού και άλλοι, συντομίας χάριν, παραλείπομεν.

Ηγωνίζετο τον αγώνα τον καλόν, μέχρις όταν ήλθεν ο καιρός να πορευθή προς τον ποθούμενον Χριστόν και λάβη της δικαιοσύνης τον στέφανον. Μετά πολυώδυνον νόσον, εις ην αντέσχε γαλήνιος και καρτερικός πλέον των εξ μηνών, παρέδωκε το πνεύμα προς Κύριον, τη 10η ώρα και 30′ προ του μεσονυκτίου της 8ης Νοεμβρίου 1920, άγων το 74ο έτος της ηλικίας.

Το χάρισμα της αγιότητος του Αγίου Νεκταρίου

Το δε τίμιον αυτού λείψανον αυθημερόν μετέφερον εις την Αίγιναν και εκείθεν, ως θησαυρόν πολύτιμον, εις την εαυτού Μονήν, και ενεταφίασαν αυτό εν σεμνοπρεπεστάτη πομπή εις τον τάφον, ένθα προωρίσθη υπό της θείας προνοίας.

Μετά συμπλήρωσιν δε τριετίας από του θανάτου του ανοίξασαι αι αδελφαί της μονής τον τάφον, εύρον το τίμιον λείψανον αδιάφθορον και αποδίδον ευωδίαν. Όθεν ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών κ. Χρυσόστομος, μετ’ ενδιαφέροντος ευλαβούς εξετάσας αυτοπροσώπως, διέταξεν ίνα αύθις εναποθέσωσιν αυτό εκεί, και άμα τη συμπληρώσει επταετίας από της αυτού κοιμήσεως, τελέσωσι την ανακομιδήν του, ως ηγιασμένου πλέον λειψάνου.

Πολλοί μετέβησαν ίνα εκ του σύνεγγυς ίδουν τα γενόμενα και ανεφώνουν μετά συγκινήσεως “όντως ο Μητροπολίτης Πενταπόλεως Νεκτάριος έλαβε παρά του Θεού το χάρισμα της αγιότητος, ως οι άγιοι της ορθοδόξου ημών πίστεως!”.

Θαύματα του Αγίου Νεκταρίου

Θαύματα ουκ ολίγα ετέλεσε ζων και τελεί μετά θάνατον ο αείμνηστος, άτινα, συντομίας χάριν παραλείπομεν ως τα πολλά, διότι, ως λέγει ο Θεολόγος Γρηγόριος εν τω επιταφίω του Μεγάλου Βασιλείου “τα θαύματα δια τους απίστους και ουχί διά τους πιστούς. Σημεία δε των αγίων ανδρών είσιν ο κατά Θεόν αυτών βίος και η ένθεος αυτών πολιτεία”.

Αλλά μαρτύριον αψευδέστατον δεν είναι η αναδιδομένη εκ του αγίου λειψάνου ευωδία, ως τρανότατον σημείον της εν αυτώ επινεύσεως και μετά θάνατον της θείας χάριτος του Ι. Χριστού, όστις κατά τον Απόστολον Παύλον “χθες και σήμερον ο αυτός και εις τους αιώνας”.

Θαύματα πριν την κοίμηση του Αγίου Νεκταρίου

Εκ των πολλών όμως θαυμάτων, άτινα εν ειδική αναγράφονται βίβλω, ελάχιστα ανακοινούντες, σημειούμεν ότι γυνή τις πάσχουσα δεινώς από μακρού χρόνου εκ σφοδράς κεφαλαλγίας και μη δυναμένη τυχείν θεραπείας, προσήλθε προς τον Σεβασμιώτατον, όστις ευλογήσας αυτήν και ευχηθείς εθεράπευσε δοξάζουσαν τον Θεόν.

Γεωργός δε τις διερχόμενος εκ της Μονής είπε θρηνολογών είς τινά Μοναχήν: “Δεν λέγεις εις τον Σεβασμιώτατον, ίνα παρακαλέση τον Θεόν, όπως βρέξη διότι κινδυνεύουν τα ζώα ημών να καταστραφώσι τελείως εκ της ανομβρίας”; Και η Μοναχή εισελθούσα είπε τους λόγους του χωρικού προς τον Σεβασμιώτατον, όστις εγερθείς, εξέτεινε τας χείρας και προσηυχήθη ικανώς· και, ω του θαύματος! Δεν παρήλθεν ελάχιστης ώρας διάστημα και ιδού ραγδαία βροχή επήλθεν, ητις διήρκεσε δι’ όλης της νυκτός.

Θαύματα μετά την κοίμηση του Αγίου Νεκταρίου

Μετά την κοίμησιν του Αγίου Πατρός Νεκταρίου, ήτοι κατά το έτος 1922, κόρη τις εκ του χωρίου Κόκλα των Θηβών ονόματι Κωνσταντίνα Μακρή, εκ μικράς ηλικίας βασανιζομένη υπό ακαθάρτου πνεύματος, προσήχθη υπό των πιστών γονέων της, ακουσάντων την θαυματουργόν δύναμιν του Αγίου ίνα προσκυνήση τον τάφον αυτού, όπως τύχη της ποθουμένης υγείας. Αυτή προσκυνήσασα και μείνασα ολίγας ημέρας εύρε την ποθουμένην υγείαν. Έκτοτε δε παρέμεινεν εις την ευαγή Αυτού Μονήν, αφιερωθείσα τω Θεώ και γενομένη μοναχή μετονομασθείσα Καικιλία.

Κατά τον μήνα Απρίλιον του 1916 κόρη εκ Πειραιώς ονομαζομένη Αικατερίνη Κράκαρη, την παραμονήν της Ζωοδόχου Πηγής (14ην Απριλίου) κατά τον εσπερινόν τον γενόμενον εις τον Ναόν του Αγίου Κωνσταντίνου, ασπαζομένη τας Αγίας εικόνας, κρίμασιν οις είδεν ο Κύριος, ησθάνθη ζάλην και πεσούσα χαμαί προσεβλήθη υπό ακαθάρτου πνεύματος. Ω! και τις δύναται να διηγηθή την ταλαιπωρίαν και κακουχίαν αυτής της κόρης; Μόνον αυτόπτης μάρτης δύναται να διηγηθή την κακίαν και λύσσαν του εχθρού, τας μηχανοραφίας, ας μετεχειρίσθη, ως λέων ωρυόμενος, προσπαθών να καταπίη αυτήν.
Μετά παρέλευσιν ενιαυτού (διότι εκ μικράς ηλικίας η κόρη επόθει τον μονήρη βίον) οι πλησιάζοντες αυτήν πνευματικοί έκριναν καλόν να κείρουν αυτήν μοναχήν, ίσως την ηλέει ο Θεός. Και κείραντες ταύτην μοναχήν μετωνόμασαν Παρθενίαν. Άλλ’ άλλαι μεν βουλαί ανθρώπων, άλλα δε Θεός κελεύει. Η υγεία της επεδεινώθη, το δε πνεύμα εφώναξε “στάδιον είναι θα πολεμήσωμεν στήθος με στήθος (πως αυτή θα πάρη την θέσιν μου; Συ καρφωμένε την ψυχήν και εγώ το σώμα όποιος νικήση), τουλάχιστον να την πεθάνω να καυχηθώ ότι κάτι έκαμα, δεν έφυγα άπρακτος”.
Τέλος κατά τον Οκτώβριον του 1925 εδεινώθη έτι περισσότερον η αθλιότης. Σπαρακτικόν θέαμα! Νυχθημερόν δεν ησύχαζεν ούτε έτρωγεν, ούτε εκοιμάτο. Ανηλεώς ταύτην εσπάραζε το πνεύμα, έως ου άφινε ταύτην ημίθνητον, το δε πνεύμα εφώναζεν: “Ένα Καψάλη είχαμεν τον Γεράσιμον, τώρα έχομε και δεύτερον τον Νεκτάριον τον νυχά. Ω συμφορά μας, όταν αυτός υψώνη το βλέμμα του, ουαί και αλλοίμονον! Φωτιά που μας καίει, διότι ο Γεράσιμος είναι Παπάς, άλλ’ ο νυχάς είναι Δεσπότης, ευρίσκεται κοντά εις την Αγίαν Τριάδα. Όταν ανέβαινε τον ηρώτησαν: “Τι χάριν θέλεις Νεκτάριε”; και είπε “μιαν χάριν ζητώ, την εξουσίαν κατά πνευμάτων ακαθάρτων, διότι πολύ με εβασάνισαν εις τον κόσμον”. “Ω! μαστίζομαι, βιάζομαι να είπω την αλήθειαν, ξέρετε διατί έλαβεν όλην αυτήν την εξουσίαν, διότι εγκατέλιπε Πατριαρχικόν Θρόνον και επήγε στο βουναλάκι της Αιγίνης με 40 γυναικούλες και έκαμε π…”. Δεν ηδύνατο να προσφέρη την λέξιν Παρθενώνα, αλλ’ όταν ο ιερεύς τον όρκισε εις το όνομα της Αγίας Τριάδος, το είπε.
Επί τέλους, τον Απρίλιον του 1926, βλέπει η μοναχή είς τον ύπνο της τον Άγιον, ότι είχε μεταβή εις την Μονήν και ήνοιξεν ο Τάφος και εξήλθεν ο Άγιος ενδεδυμένος τα Ιερά αυτού άμφια. Ήσαν δε εις το επάνω μέρος του Τάφου δύο προσκυνηταί, και λέγει εις τον ένα η αίτησίς του θα γίνη σύντομα, εις δε τον άλλον λέγει η ιδική του είναι αμφίβολος μάλλον δεν θα γίνη. Μεθ’ ο στρέφει προς την πάσχουσαν και λέγει: “συ τι είσαι; καλογρηά; γνωρίζεις πως εξηγείται η λέξις αυτή;” απεκρίθη η νέα: “όχι”. Τότε της λέγει ο Άγιος, η λέξις καλογρηά εξηγείται υπομονή και πίστις. Που γνωρίζεις συ τα μεγαλεία του Θεού; Εγώ στην δοξολογία ευλογώ πάντοτε την αδελφότητα. Εάν σε ευλογήσω (και συγχρόνως την εσταύρωνε με την δεξιάν του εις όλον το σώμα) και γίνης καλά, και δεν το πάρη κανείς είδησιν, μα κανείς ούτε και συ η ίδια, δεν θα το καταλάβης πως θα θεραπευθής. Τότε του λέγει η πάσχουσα: “και καλά όταν θα θεραπευθώ τι θα γίνω;” Την στιγμήν εκείνην, ως να ήτο και η Ηγουμένη πλησίον, την λαμβάνει από την χείρα και την πηγαίνουν εις τον έσω ξενώνα, και της λέγουν: “δεν σε αρκεί αυτός ο τόπος να παραμείνης;” Και αμέσως εξύπνησεν η κόρη.
Έκτοτε άρχισεν η δύναμις του εχθρού να κατευνάζηται επαισθητώς. Την 26ην Απριλίου του αυτού έτους Μεγάλην Δευτέραν, η μοναχή μετά της μητρός της μετέβησαν εις την Μονήν δια να προσκυνήσουν τον Άγιον. Εις το πλοίον ησθάνετο έναν αέρα να φεύγη απ’ επάνω της, όταν δε απεβιβάσθη εις την Αίγιναν ενόμιζεν ότι είχε πτερά, τόσον ελαφρόν ησθάνθη τον εαυτό της. Όταν δε έφθασεν εις την Μονήν, ησθάνθη τον εαυτό της απηλλαγμένον από την επήρειαν του εχθρού, παρέμεινε δε να σαραντίση. Μετά δεκαπενθήμερον διαμονή της, είδε και πάλιν τον Άγιον με το σκουφάκι του, το επιτραχήλιον και τις παντουφλίτσες του, και της ένευσε να τον πλησιάση. Και τότε της είπε χαμηλοφώνως: “βλέπεις που έγινες καλά; και συν τω χρόνω ακόμη καλλίτερα θα γίνεσαι”. Και αναστέναξεν ο Άγιος λέγων: “αχ! πόσα είχες υποστή!” και την εσταύρωσε με τον σταυρόν. Η ιαθείσα παραμένει και σήμερον εν τη Μονή, με την βοήθεια του Θεού και πρεσβειών του Αγίου χαίρουσα άκρας υγείας.
Κατά το 1928, η αδελφή της εκ Θηβών καταγομένης μοναχής, ονομαζομένη Βασιλική, ήλθεν είς την Μονήν διά να μονάση, αλλά τη παραχωρήσει του Θεού, εις ολίγους μήνας προσεβλήθη και αυτή από δαιμόνια δεινά. Δι’ ο ηναγκάζοντο αι μοναχαί να την δένουν με αλύσεις, αλλά μετά παρέλευσιν χρονικού διαστήματος, δια πρεσβειών του Αγίου εθεραπεύθη, εγένετο δε μοναχή μετονομασθείσα Νυμφοδώρα.

Κατά το έτος 1830 κόρη τις καταγομένη εκ Πατρών ονομαζομένη Κλεοπάτρα Ραυτοπούλου, έπασχε και αυτή εκ δεινού ακαθάρτου πνεύματος. Μαθούσα δε την ιαματικήν δύναμιν του Αγίου και επειδή εσκέπτοντο οι οικείοι της να την κλείσουν εις ψυχιατρείον, παρακάλεσε μιαν φίλην της να την συνοδεύση να μεταβή προς προσκύνησιν αυτού δια να λάβη την ποθούμενην υγείαν της. Και όντως μεταβάσα και προσκυνήσασα τον Άγιον, επί τρεις ολοκλήρους ώρας εσπαράττετο από το πνεύμα πλησίον του Τάφου του Αγίου, δεδεμένη ούσα με σχοινίαν, μεθ’ ο αφήκεν αυτήν το πνεύμα ήσυχον. Μεταβάσα δε αυτή εις τας Πάτρας, έγραψεν ότι εθεραπεύθη παντελώς.
Κατά το αυτό έτος, δεκαέτις κόρη καταγομένη εκ Χαλανδρίου ονομαζομένη Κωνσταντίνα Ντάβαρη, όταν μιαν ημέραν εβλασφήμησεν αυτήν η μάμμη της, αμέσως προσεβλήθη υπό πονηρού πνεύματος και ύβριζε τα θεία και διάφορα άλλα. Τότε η μήτηρ της, παραλαβούσα έφερεν αυτήν εις τον τάφον του Αγίου, πλην όμως το πνεύμα δεν άφινεν ταύτην να προσκυνήση, άλλ’ ύβριζε τον Άγιον μη θέλουσα να χρισθή με έλαιον εκ της κανδήλης, ούτε να πίη, άλλ’ όταν της το έδιδον το έπτυε λέγουσα ότι βρωμά κλπ. Μεταβάσα κατόπιν τούτου εις την πατρίδα της διά πρεσβειών του Αγίου εθεραπεύθη αφιερώσασα αργυράν κανδήλαν εις τον Άγιον και δις του έτους μεταβαίνουσα εις προσκύνησιν αυτού και χαίρουσα άκρας υγείας.

Το 1936 κατά τον μήνα Μάιον παραμονή της Αναλήψεως έφερον μίαν κόρην καταγομένην εκ Μεθάνων ανόματη Μαρίαν Γκιώνη ήτις ήτο δεκαεπταετίς και δεινώς πάσχουσα και βασανιζομένη υπό πονηρού πνεύματος.
Πολλά δαπανήσαντες οι γονείς της εις τους ιατρούς, μη ευρίσκουσα δε καμμίαν βελτίωσιν της υγείας της, αλλά μάλλον εις το χείρον ελθούσα. Μη υποφέροντες οι οικείοι της, την ενέκλεισαν ταύτην εις το θεραπευτήριον του Δρομοκαϊτίου. Μη ανεχόμενοι δε οι νοσοκόμοι τας ζημιάς τας οποίας καθ’ εκάστην επροξένει, ενέκλεισαν ταύτην με μανδύαν και χειροπέδας ίνα μη δύναται να κινήται, όπου παρέμεινεν εκεί επί εξάμηνον άνευ καμμίας βελτιώσεως, μάλλον δε χειροτερεύουσα.
Ο δυστυχής πατήρ της εν τη απελπισία του επί τη δεινή ταύτη συμφορά, πληροφορηθείς τα θαύματα του Αγίου Νεκταρίου απεφάσισε να καταφύγη εις την πρεσβείαν αυτού όπως λυπηθή την δύστυχον κόρην του και επιδαψιλεύση την χάριν του και απαλλάξη ταύτην της επαράτου νόσου.
Όθεν, παραλαβών αυτήν εκ της κλινικής, άπελπις μετά της ετέρας θυγατρός του, την έφερεν εις την Μονήν φορούσαν τον μανδύαν. Μόλις εισήλθεν η κόρη εις την μονήν έκαμε μεγάλην ανησυχίαν· εις την εκκλησίαν εκίνει τους πολυελαίους, προσεπάθει να εισέλθη εις το Ιερόν, εκίνει εις τον τάφον του Αγίου τας κανδήλας και προσεπάθει κάθε ζημίαν να κάμη. Αδύνατον δε ήτο να προσκυνήση τον Άγιον. Δια να δύνανται δε να ακούσωσιν αι αδελφαί την λειτουργίας έκλιναν τας εξωθύρας του Ναού, διότι ήτο αδύνατον να συνεννοηθούν αι ψάλτριαι μετά του ιερέως εις τας αιτήσεις από τας φωνάς της. Καθ’ εκάστην ο ιερεύς ανεγίγνωσκεν εις τον τάφον του Αγίου τους εξορκισμούς. Τούτο διήρκεσεν επί μίας εβδομάδα. Κατόπιν ήρχισε να συνέρχεται ολίγον η κόρη.
Εν τω μεταξύ έφερον και μίαν πάσχουσαν εξ επηρείας πονηρού πνεύματος καταγομένην εκ Χίου ονόματι Ελένην, την οποίαν και αυτήν είχον είς το Δρομοκαΐτιον. Ταύτην συνόδευες δε ο σύζυγός της.
Αυτήν την νύκτα ο πατήρ της κόρης βλέπει εις τον ύπνο του τον Άγιον όστις του λέγει: “Η Ελένη αύριον την μεσημβρίαν θα είναι τελείως καλά”, ως και εγένετο. “Η Μαρία σου θα αργήση ολίγον συν το χρόνω όμως θα θεραπεύεται”, ως και εγένετο ομοίως. Παρέμεινεν δε επί εξάμηνος εις την Μονήν και ανεχώρησε χαίρουσα άκραν υγείας.

Εν κατακλείδι

Ο άγιος Νεκτάριος, ούτε εις ερήμους επορεύθη, ούτε ασκητικούς μεγάλους αγώνας διεξήγαγεν· άλλ’ εντός του κόσμου, εν τη τύρβη και ταις περιπετείαις του παρόντος βίου ζήσας, ανήχθη εις τοιούτον επίφθονον σημείον αγιότητος, ως οι μεγάλοι φωστήρες και άγιοι της Εκκλησίας ημών.

Δεν ανήλθεν εις στύλους, ουδ’ απεχώρησεν εις ησυχαστήρια, ουδ’ απεδύθη εις αθλοφόρους δοκιμασίας και μαρτυρικούς διωγμούς και τραγικάς βασάνους, ως οι μεγάλοι εκείνοι αγωνισταί της αγίας ημών θρησκείας, αλλά δυνάμεθα ειπείν, ότι σύμπας ο βίος αυτού ουδέν έτερον ήτο, ειμή συνεχής δοξολογία προς τον Θεόν, και άοκνος φροντίς και ενδελεχής μέριμνα πως να ωφελήση ηθικώς και θρησκευτικώς την πάσχουσαν κοινωνίαν.

Έζη εν τω κόσμω, άλλ’ ούκ ην, ως λέγει ο Σωτήρ, εκ του κόσμου. Περιπάτει εν τη γη, άλλ’ είχε το σεμνόν πολίτευμα εν ουρανοίς. Εφαίνετο άνθρωπος, άλλ’ εβίου αγγελικώς. Έφερε σάρκα άλλ’ έζη ως ακριβής τηρητής και φύλαξ της παρθενίας. Συνανεστρέφετο μετά διαφόρων προσώπων, άλλ’ ωμίλει ως πνευματικός και ξένος του παρόντος κόσμου.

Η υψηλή ιδεολογία τον συνήρπαζε και το συναίσθημα μιας ηθικής υπεροχής τον διεθέρμαινεν, εις το να ευρίσκηται εις περιβάλλον νοητόν γαλήνης και μακαριότητος. Ειρηνοποιός οσιότης εμπνευσμένη από την ευαγγελικήν αρετήν και ονειροπολούσα την ανέσπερον βασιλείαν του Θεού.

Ταις αυτού αγίαις πρεσβείαις Χριστέ ο Θεός, ελέησον και σώσον ημάς. Αμήν.